Βγαίνοντας από τα μνημόνια

0
14

Εδώ και 8 χρόνια, η Ελλάδα ζει στον αστερισμό των μνημονίων. Δεν είναι μια συνηθισμένη κατάσταση. Άλλες χώρες, που μπήκαν σε , μετά από εμάς, βγήκαν εντός της προβλεπόμενης τριετίας. Και μάλιστα κατάφεραν να ανακτήσουν και να ξεπεράσουν το προ κρίσης επίπεδο του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Αντίθετα, η Ελλάδα γνώρισε μια πρωτόγνωρη οικονομική κρίση, με τεράστια μείωση του ΑΕΠ της (περίπου 25%) μαζί με διόγκωση των κοινωνικών προβλημάτων και ιδιαίτερα της ανεργίας, της φτώχειας και των ανισοτήτων. Είναι προφανές ότι έγιναν πολλά λάθη, λάθη στην ίδια τη συνταγή λιτότητας αλλά και λάθη στην εφαρμογή της. Δεν είναι όμως η κατάλληλη ώρα να ασχοληθούμε με το τι έγινε στο παρελθόν όταν βλέπουμε μπροστά μας την έξοδο στις αγορές. Και όπως συμβαίνει πάντοτε, η μετάβαση από μια κατάσταση σε μια άλλη, ενέχει κινδύνους.

Ένας από αυτούς τους κινδύνους είναι να μην καταφέρει η χώρα μας να διασφαλίσει ανάπτυξη διαρκείας, που είναι απαραίτητη προκειμένου να ανακτήσει το «χαμένο έδαφος» και να ενισχύσει την ευημερία των πολιτών. Διατηρησιμότητα και ανάπτυξη διαρκείας, εξαρτώνται από τη ρύθμιση του δημόσιου χρέους, τη σταθερότητα των θεσμών και την ποιότητα της Δημόσιας Διοίκησης. Η ρύθμιση του χρέους είναι απαραίτητη γιατί μακροχρόνια, δηλαδή μετά το 2023, το χρέος με οποιονδήποτε τρόπο και αν το εξετάσουμε, δεν είναι βιώσιμο. Όμως, οι τελευταίες εξελίξεις στη ρύθμιση του χρέους δείχνουν ότι αυτή δεν θα είναι γενναία και ενδεχομένως να μην πείσει τις αγορές, άρα και τους μελλοντικούς επενδυτές να επενδύσουν στη χώρα μας. Επιπλέον, στην Ελλάδα δεν υπάρχουν σταθεροί και δυνατοί θεσμοί που να δίνουν τα σωστά κίνητρα και να περιορίζουν αποφάσεις προς όφελος λίγων και σε βάρος των πολλών. Η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί αποτελεσματικά, και οι ανεξάρτητες αρχές υποβαθμίζονται συνεχώς δεχόμενες επιθέσεις απαξίωσης από την ίδια την κυβέρνηση (π.χ. Συμβούλιο Επικρατείας, Τράπεζα της Ελλάδος κ.α). Η Δημόσια Διοίκηση δεν έχει ακόμη εξυγιανθεί και όλες οι κατατάξεις διεθνών οργανισμών δείχνουν για τη χώρα μας μια τάση οπισθοδρόμησης τα τελευταία 3 χρόνια. Οι μεταρρυθμίσεις του τρίτου μνημονίου φαίνεται να γίνονται πολύ επιφανειακά. Η πρόσφατη δρομολόγηση της αναστολής της αξιολόγησης στο Δημόσιο, δεν είναι καλό σημάδι. Ανησυχία επίσης προκαλεί το γεγονός ότι με τροπολογία αποσυνδέεται η κινητικότητα στο Δημόσιο από την προηγούμενη σύνταξη οργανογραμμάτων και περιγραμμάτων, ενώ δεν υπάρχει προγραμματισμός δράσεων σε κάθε υπηρεσία με βάση τη στοχοθεσία, καθώς και δημιουργία μισθολογικών κινήτρων για την επίτευξή της. Τέλος, η διαδικασία επιλογής Διοικητικών και Τομεακών Γραμματέων έχει κάνει μια στρεβλή εκκίνηση, αφού τα απαιτούμενα προσόντα δείχνουν να έχουν προσαρμοσθεί όχι στις ανάγκες της θέσης αλλά στα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που ήδη τις κατέχουν ή επιθυμούν να τις καταλάβουν. Έτσι όμως, όχι μόνο δεν γίνεται η αποκομματικοποίηση του Δημοσίου, αλλά αντίθετα ενισχύεται.

Ένας άλλος κίνδυνος συνδέεται με τη δημοσιονομική σταθερότητα. Και δεν εννοώ βέβαια την επίτευξη των «θηριωδών» πρωτογενών πλεονασμάτων για τα οποία έχει δεσμευτεί η τρέχουσα κυβέρνηση απέναντι στους πιστωτές. Αναφέρομαι κυρίως στον τρόπο επίτευξης των πρωτογενών πλεονασμάτων, μέσω μιας καταστροφικής, για την πραγματική οικονομία και την ανάπτυξη, φοροκεντρικής λιτότητας. Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια αδυναμία εξορθολογισμού των δαπανών, ενώ στην πλευρά των φορολογικών εσόδων, ναι μεν έχουν ενταθεί οι προσπάθειες ελέγχου της φοροδιαφυγής π.χ. με τη γενίκευση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, αλλά την απόδοση των ελέγχων και των ηλεκτρονικών συναλλαγών δυσχεραίνουν, μεταξύ άλλων, το ύψος των φορολογικών συντελεστών και η κουλτούρα φοροδιαφυγής.

Ένας τελευταίος κίνδυνος συνδέεται με την πολιτική και κοινωνική σταθερότητα. Χωρίς πολιτική σταθερότητα, η οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί, καθώς αποθαρρύνονται οι επενδυτές και μαραζώνει η οικονομική δραστηριότητα. Η συμφωνία των μεγάλων πολιτικών κομμάτων στα ουσιαστικά ζητήματα που απασχολούν τον τόπο (δημόσιο χρέος, ασφαλιστικό-δημογραφικό, εκπαίδευση, ελληνο-τουρκικά, Σκοπιανό), είναι απαραίτητη, ιδίως όταν έχουμε μπροστά μας αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις. Όμως, πως μπορεί αυτή να επιτευχθεί όταν επικρατεί ένα περιβάλλον έντασης, ενοχοποίησης, σκανδαλολογίας και πολιτικών διώξεων;

Πηγή: capital.gr

Προηγούμενο άρθρο«Αντιμετωπίζοντας τον φόβο του θανάτου» – Βιωματικό Σεμινάριο, Παρασκευή 27/4
Επόμενο άρθροΣυνέντευξη Πάνος Ιωαννίδης: Ο γοητευτικός κριτής του Master Chef μιλάει στο TLIFE
Παναγιώτης Λιαργκόβας
Ο Παναγιώτης Λιαργκόβας σπούδασε στο τμήμα οικονομικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών καθώς και στο Πανεπιστήμιο Clark της Μασαχουσέτης, όπου έκανε και το διδακτορικό του. Υπήρξε υπότροφος του Αμερικανικού Ιδρύματος Fulbright, του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αφών Β. Μπάκαλα καθώς και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Έχει διατελέσει Διευθυντής της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, Ειδικός Συνεργάτης στο Υπουργείο Οικονομικών, Ειδικός Σύμβουλος στο Δήμο Αθηναίων και έχει διδάξει σε διάφορα ελληνικά και ξένα Πανεπιστήμια. Έχει αναπτύξει συγγραφικό έργο με εκδόσεις πάνω από 10 βιβλία και 70 άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά. Σήμερα είναι Πρόεδρος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών και Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου καθώς και επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής. Κατέχει επίσης την έδρα Jean Monnet στην Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.